Μετάβαση στο περιεχόμενο

stay away

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας stay away
γ΄ ενικό ενεστώτα stays away
αόριστος stayed away
παθητική μετοχή stayed away
ενεργητική μετοχή staying away

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stay away <  δείτε τις λέξεις stay και away

stay away (en)

  • μένω μακριά, δεν πλησιάζω ένα συγκεκριμένο άτομο ή μέρος
    παράδειγμα  Stay away from the fire!
    Μείνε μακριά από τη φωτιά!