stay out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | stay out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | stays out |
| αόριστος | stayed out |
| παθητική μετοχή | stayed out |
| ενεργητική μετοχή | staying out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]stay out (en)