Μετάβαση στο περιεχόμενο

stay over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας stay over
γ΄ ενικό ενεστώτα stays over
αόριστος stayed over
παθητική μετοχή stayed over
ενεργητική μετοχή staying over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stay over <  δείτε τις λέξεις stay και over

stay over (en)

  • μένω, κοιμάμαι στο σπίτι κάποιου για λίγο
    παράδειγμα  Can you stay over til Monday?
    Μπορείς να μείνεις ως τη Δευτέρα;