steigen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

steigen 

Ρήμα[επεξεργασία]

steigen (de)

  1. ανεβαίνω, αυξάνομαι, μεγαλώνω
    die Temperatur steigt - ανεβαίνει η θερμοκρασία
  2. ανεβαίνω {πάνω σε κάτι)
    auf einen Berg steigen - ανεβαίνω πάνω σε ένα βουνό