step
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| step | steps |
step (en)
- το βήμα, ένα από μια σειρά από πράγματα που κάνω για να πετύχω κάτι
We are continually making small steps to win the cup.
- Κάνουμε συνεχώς μικρά βήματα για να πάρουμε το κύπελλο.
a new step towards resolving the strike - ένα νέο βήμα προς την κατεύθυνση λύσης της απεργίας
- το βήμα, ένα από μια σειρά πραγμάτων που κάνει κάποιος ή που συμβαίνει, το οποίο αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας
If you follow all the steps, nothing will go wrong.
- Αν ακολουθήσεις όλα τα βήματα, δεν θα πάει τίποτα στραβά.
- το βήμα, η κίνηση που κάνω όταν φέρνω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο
I take a step forward.
- Κάνω ένα βήμα μπροστά.
We heard steps outside.
- Ακούσαμε βήματα απέξω.
- το βήμα, η απόσταση που διανύω όταν κάνω μία τέτοια κίνηση
a few steps further - μερικά βήματα πιο πέρα
- το σκαλί, το σκαλοπάτι, η βαθμίδα
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | step |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | steps |
| αόριστος | stepped |
| παθητική μετοχή | stepped |
| ενεργητική μετοχή | stepping |
step (en)
- πατάω, σηκώνω το πόδι μου και το μετακινώ προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ή το βάζω πάνω ή σε κάτι· προχωρώ σε μικρή απόσταση
Don’t step with dirty feet on the carpet.
- Μην πατάς με βρόμικα πόδια στο χαλί.
Look out so you don’t step on a scorpion.
- Κοίτα μην πατήσεις κανά σκορπιό!
He stepped on a burning piece of coal.
- Πάτησε ένα αναμμένο κάρβουνο.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- step (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- step (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 164. ISBN 9780194325684., λήμμα: βήμα