Μετάβαση στο περιεχόμενο

sterilize

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sterilize
γ΄ ενικό ενεστώτα sterilizes
αόριστος sterilized
παθητική μετοχή sterilized
ενεργητική μετοχή sterilizing

sterilize (en)