Μετάβαση στο περιεχόμενο

stir

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας stir
γ΄ ενικό ενεστώτα stirs
αόριστος stirred
παθητική μετοχή stirred
ενεργητική μετοχή stirring

stir (en)

  1. (μεταβατικό) ανακατεύω κάποιο υγρό, ουσία
    παράδειγμα  She stirred the tea in her cup.
    Ανακάτεψε το τσάι στο φλιτζάνι της.
    παράδειγμα  The cream will lump together if you don’t stir it well.
    Η κρέμα θα σβολιάσει αν δεν την ανακατεύεις καλά.
     συνώνυμα: mix
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) κινώ, διεγείρω κάποιον έτσι ώστε θέλει να κάνει κάτι
    παράδειγμα  He was stirred by patriotism.
    Κινήθηκε από πατριωτισμό.
    παράδειγμα  I stir the workers into going on strike.
    Διεγείρω τους εργάτες να κατέβουν σε απεργία.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη motivate
  3. (μεταβατικό) συγκινώ, κινώ, διεγείρω, προκαλώ ένα έντονο συναίσθημα
    παράδειγμα  The sight stirred pity in me.
    Συγκινήθηκα από το θέαμα και τον λυπήθηκα.
    παράδειγμα  I stir someone’s interest/curiosity.
    Κινώ το ενδιαφέρον/την περιέργεια κάποιου.
    παράδειγμα  speeches that stir popular sentiments - λόγοι που διεγείρουν τα πνεύματα του κόσμου
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη arouse