Μετάβαση στο περιεχόμενο

stitch

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stitch stitches

stitch (en)

  1. η ραφή, το γαζί
  2. το ράμμα
    παράδειγμα  I got three stitches in my hand./They put three stitches in my hand.
    Μου έκαναν τρία ράμματα στο χέρι.
ενεστώτας stitch
γ΄ ενικό ενεστώτα stitches
αόριστος stitched
παθητική μετοχή stitched
ενεργητική μετοχή stitching

stitch (en)