Μετάβαση στο περιεχόμενο

stockage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stockage stockages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

stockage (fr) αρσενικό