stolen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstəʊlən/

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

stolen (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος steal

Επίθετο[επεξεργασία]

stolen (en)