stomako

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

stomako < stomak + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stomako (eo)