Μετάβαση στο περιεχόμενο

stop short

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stop short <  δείτε τις λέξεις stop και short

Έκφραση

[επεξεργασία]

stop short (en) (ιδιωματισμός)

  • (stop short of) κοντοστέκομαι έξω από κάτι, σχεδόν κάνω κάτι αλλά τελικά δεν είμαι πρόθυμος γιατί μπορεί να υπάρχει κίνδυνο
    παράδειγμα  He stopped short of the door, but eventually did not go inside.
    Κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα, τελικά όμως δεν μπήκε μέσα.