Μετάβαση στο περιεχόμενο

stoplight

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stoplight stoplights

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stoplight < stop + light

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

stoplight (en)