Μετάβαση στο περιεχόμενο

storey

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
storey storeys

storey (en)

Σύνθετα

[επεξεργασία]