storey
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| storey | storeys |
storey (en)
- (βρετανική γραφή) ο όροφος
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη story (αμερικανική γραφή)
| ενικός | πληθυντικός |
| storey | storeys |
storey (en)