strain

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strain (en)

  1. καταπόνηση
  2. είδος, υποείδος (για οτιδήποτε: βιολογικό, μουσικό, φιλοσοφικό, θρησκευτικό κτλ.)