strained
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | strained |
| συγκριτικός | more strained |
| υπερθετικός | most strained |
strained (en)
- κάτι που έχει στραγγιστεί με την έννοια του φιλτραρισμένου, που έχει περαστεί με πίεση, ζούπηγμα από σουρωτήρι ή ειδικό φίλτρο
- πιεσμένος, στρεσαρισμένος, τεταμένος, τεντωμένος (ψυχικά)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]strained (en)