strap

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strap (en)

  1. ιμάντας, λουρί, λουρίδα, λουράκι
  2. give the strap: χτυπώ κάποιον με λουρί, μαστιγώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

strap (en)