strap
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| strap | straps |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]strap (en)
- ιμάντας, λουρί, λουρίδα, λουράκι
The soldier tightened the strap of his helmet.
- Ο στρατιώτης έσφιξε το λουρί του κράνους του
- give the strap: χτυπώ κάποιον με λουρί, μαστιγώνω
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | strap |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | straps |
| αόριστος | strapped |
| παθητική μετοχή | strapped |
| ενεργητική μετοχή | strapping |
strap (en)
- (μεταβατικό) δένω, στερεώνω κάτι με ιμάντα