streamlined

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

streamlined (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος streamline

Επίθετο[επεξεργασία]

streamlined (en)

  1. αεροδυναμικός
  2. απλοποιημένος