Μετάβαση στο περιεχόμενο

stredovek

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stredovek < stred (μέση) + -o- + vek (αιώνας)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

stredovek (sk) αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]
  • stredovek - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025