Μετάβαση στο περιεχόμενο

stroll

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stroll strolls

stroll (en)

ενεστώτας stroll
γ΄ ενικό ενεστώτα strolls
αόριστος strolled
παθητική μετοχή strolled
ενεργητική μετοχή strolling

stroll (en)