stroll

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stroll (en)

  1. ο περίπατος, η βόλτα, η τσάρκα, ο γύρος, το σουλάτσο
    to take a stroll/ to go for a stroll - πάω για τσάρκα / πάω να κάνω ένα γύρο

Ρήμα[επεξεργασία]

stroll (en)

  1. γυρίζω, περιφέρομαι άσκοπα ή χαλαρά, περιπλανιέμαι, βολτάρω, σουλατσάρω