strumento

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strumento (it) αρσενικό

  1. όργανο, εργαλείο
  2. μουσικό όργανο