Μετάβαση στο περιεχόμενο

stubble

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

stubble (en)

  1. η καλαμιά, ό,τι μένει όταν θεριστεί το σιτάρι ενός χωραφιού
  2. τα κοντά μαλλιά, σαν βούρτσα
  3. τα κοντά και σκληρά γένια