student

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΗΠΑ 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

student (en)



Κροατικά (hr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

student (hr) αρσενικό

  1. ο σπουδαστής
  2. ο φοιτητής



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

student < studium

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstudɛ̃nt/
student 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

student (pl) αρσενικό

  1. ο σπουδαστής
  2. ο φοιτητής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη studia



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

student (ro) αρσενικό

  1. ο φοιτητής

Κλίση[επεξεργασία]



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

student (sr)



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

student 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

student (cs) αρσενικό

  1. ο σπουδαστής
  2. ο φοιτητής