Μετάβαση στο περιεχόμενο

stufa

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stufa < λατινική extufa

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stufa stufe

stufa (it)