stuffed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

stuffed (en)

  1. ταριχευμένος(για βαλσαμωμένα ζώα ή πουλιά)
  2. λούτρινος(κυρίως για παιδικά παιχνίδια)
  3. γεμιστός
  4. γεμάτος, φουσκωμένος, χορτάτος