Μετάβαση στο περιεχόμενο

stumble

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stumble stumbles

stumble (en)

  1. (ανεπίσημο) η ατυχία, η αναποδιά, μια προσωρινή αποτυχία όταν είμαι στο δρόμο για να πετύχω κάτι
    παράδειγμα  I had a stumble in my career.
    Είχα μια ατυχία στην καριέρα μου.
    παράδειγμα  a technical/small stumble - μια τεχνική/μικρή αναποδιά
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη setback
  2. το σκόνταμμα, η ενέργεια του να σκοντάφτω
    παράδειγμα  with a stumble he was down - με ένα σκόνταμμα βρέθηκε κάτω
  3. το κόμπιασμα, ένα λάθος που με κάνει να σταματήσω όταν διαβάζω, μιλώ ή παίζω μουσική
    παράδειγμα  We pronounce words correctly and phrases should not have hesitations, stumbles, or pauses.
    Εκφέρουμε σωστά τις λέξεις και οι φράσεις δεν πρέπει να έχουν δισταγμούς, κομπιάσματα ή παύσεις.
ενεστώτας stumble
γ΄ ενικό ενεστώτα stumbles
αόριστος stumbled
παθητική μετοχή stumbled
ενεργητική μετοχή stumbling

stumble (en)

  1. (αμετάβατο) παραπατώ, σκοντάφτω, χτυπώ το πόδι μου πάνω σε ένα χαμηλό εμπόδιο, καθώς προχωρώ, και χάνω προς στιγμήν την ισορροπία μου
    παράδειγμα  While climbing the stairs, I stumbled and fell.
    Καθώς ανέβαινα τη σκάλα παραπάτησα κι έπεσα.
    παράδειγμα  He stumbled and fell.
    Σκόνταψε κι έπεσε.
  2. (αμετάβατο) παραπατώ, προχωρώ χωρίς σταθερά βήματα
    παράδειγμα  He was stumbling around out of tiredness/out of drunkenness/out of fatigue.
    Παραπατούσε από τη νύστα/από το μεθύσι/από την κούραση.
    παράδειγμα  Through effort and stumbling, he managed to eventually make his way home.
    Με κόπο και παραπατώντας κατάφερε να φτάσει τελικά στο σπίτι του.
  3. (αμετάβατο) κομπιάζω, κάνω λάθος, πχ ενώ μιλάω ή παίζοντας ένα μουσικό κομμάτι κλπ, και σταματώ
    παράδειγμα  I stumble over hard words.
    Κομπιάζω στις μεγάλες λέξεις.
    παράδειγμα  He stumbled through his recitation.
    Απάγγειλε κομπιάζοντας.
    παράδειγμα  She was stumbling through the text.
    Διάβαζε το κείμενο κομπιάζοντας.

Παράγωγα

[επεξεργασία]