stupéfiant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stupéfiant < stupéfier

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sty.pe.fjɑ̃/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό stupéfiant stupéfiants
θηλυκό stupéfiante stupéfiantes

stupéfiant (fr)

  1. ναρκωτικός
  2. καταπληκτικός, που αφήνει εμβρόντητο
     συνώνυμα: ahurissant, confondant, effarant, étonnant, extraordinaire, incroyable, prodigieux, renversant, sidérant, suffocant

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stupéfiant stupéfiants

stupéfiant (fr)

 συνώνυμα: drogue

Συγγενικά

[επεξεργασία]