Μετάβαση στο περιεχόμενο

stvar

Από Βικιλεξικό

Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
ονομαστική stvâr stvâr
γενική stvârī stvárī
δοτική stvâri stvárima
αιτιατική stvâr stvâri
κλητική stvâri stvâri
τοπική stvâri stvárima
οργανική stvârjy, stvári stvárima

stvar (en) θηλυκό