Μετάβαση στο περιεχόμενο

suĉi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
suĉi < suĉ- + -i
ρήμα suĉi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας suĉas suĉanta suĉata
αόριστος suĉis suĉinta suĉita
μέλλοντας suĉos suĉonta suĉota
υποθετική suĉus - -
προστακτική suĉu - -

suĉi (eo)

  1. ρουφώ
  2. γλείφω

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sucxi, suchi, suc'i