subjunctive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

subjunctive < λατινική subjunctivus < subjungere < sub + jungere

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

subjunctive (en)

  • (γραμματική) ρηματική έγκλιση, η υποτακτική
  • (λόγιο) κάτι εξαρτώμενο από άλλο, σχετικιστικό/σχετικό, που ίσχυει υπό όρους κάποιου πλαισίου ή συνθηκών