Μετάβαση στο περιεχόμενο

sublet

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

sublet (en)

  1. υπενοικιάζω κάτι σε κάποιον
  2. υπενοικιάζω κάτι από κάποιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sublet (en)

  • περιουσιακό στοιχείο που υπενοικιάζεται