Μετάβαση στο περιεχόμενο

sublimé

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό sublimé sublimés
θηλυκό sublimée sublimées

sublimé (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sublimé sublimés

sublimé (fr) αρσενικό

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]