subsistent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

subsistent (en)

  1. ο υφιστάμενος, ο υπάρχων, που υπάρχει