Μετάβαση στο περιεχόμενο

subtitle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
subtitle subtitles

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
subtitle < sub- + title

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

subtitle (en)