sueur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sueur | sueurs |
sueur (fr) θηλυκό
- ο ιδρώτας
| ενικός | πληθυντικός |
| sueur | sueurs |
sueur (fr) θηλυκό