sufer-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sufer- < αγγλική suffer, γαλλική souffrir. . .

Open book 01.svg Ρίζα[επεξεργασία]

sufer- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: υποφέρω

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]