Μετάβαση στο περιεχόμενο

suicidaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
suicidaire suicidaires

suicidaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό