suivre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɥivʁ/
suivre 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

suivre (fr)

  1. ακολουθώ
  2. συμμορφώνομαι, προσαρμόζομαι στις υπάρχουσες συνήθειες