Μετάβαση στο περιεχόμενο

sulfure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sulfure sulfures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sulfure (fr) θηλυκό