Μετάβαση στο περιεχόμενο

summer house

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
summer house <  δείτε τις λέξεις summer και house

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
summer house summer houses

summer house (en)

  • η εξοχική κατοικία, το εξοχικό σπίτι, σπίτι που δεν ανήκει ως κύρια κατοικία και χρησιμοποιείται ως δευτερεύουσα κατοικία συνήθως κατά τους θερμούς μήνες του έτους
    παράδειγμα  Sales of summer houses are experiencing a major boom.
    Οι πωλήσεις εξοχικών κατοικιών γνωρίζουν μεγάλη άνθηση.
     συνώνυμα:  holiday home και vacation home

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]