sunspot
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sunspot | sunspots |
sunspot (en)
- (αστρονομία) η ηλιακή κηλίδα
Sunspots are temporary phenomena that appear on the surface of the Sun.
- Οι ηλιακές κηλίδες είναι παροδικά φαινόμενα που εμφανίζονται στην επιφάνεια του Ηλίου.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
sunspot στην αγγλική Βικιπαίδεια
