Μετάβαση στο περιεχόμενο

sup-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sup- < γαλλική soupe, αγγλική soup, γερμανική Suppe, ρωσική супъ, πολωνική zupa

sup- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: σούπα

Παράγωγα

[επεξεργασία]