Μετάβαση στο περιεχόμενο

superficial

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός superficial
συγκριτικός more superficial
υπερθετικός most superficial

superficial (en)

  1. (συνήθως μειωτικό) επιφανειακός, επιπόλαιος, που δεν εμβαθύνει σε κάτι, που το εξετάζει πρόχειρα ή ατελώς και μένει μόνο στα προφανή στοιχεία του
    παράδειγμα  The book shows only a superficial understanding of the historical context.
    Το βιβλίο δείχνει μόνο επιφανειακή κατανόηση του ιστορικού πλαισίου.
  2. επιφανειακός, για τραύμα που επηρεάζει μόνο την επιφάνεια και γι’ αυτό δεν είναι σοβαρό
    παράδειγμα  It’s only a superficial injury.
    Είναι μόνο ένα επιφανειακό τραύμα.
  3. (μειωτικό) ρηχός, επιφανειακός, που δεν είναι σοβαρός ή σημαντικός και δεν έχει βάθος στην κατανόηση ή στα συναισθήματα
    παράδειγμα  She’s so superficial!
    Είναι τόσο ρηχή!
    παράδειγμα  The guests engaged in superficial chatter.
    Οι καλεσμένοι έκαναν επιφανειακές συζητήσεις.
    ≈ συνώνυμα: shallow

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

superficial (es)



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

superficial (ro)