superficial
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | superficial |
| συγκριτικός | more superficial |
| υπερθετικός | most superficial |
superficial (en)
- (συνήθως μειωτικό) επιφανειακός, επιπόλαιος, που δεν εμβαθύνει σε κάτι, που το εξετάζει πρόχειρα ή ατελώς και μένει μόνο στα προφανή στοιχεία του
The book shows only a superficial understanding of the historical context.
- Το βιβλίο δείχνει μόνο επιφανειακή κατανόηση του ιστορικού πλαισίου.
- επιφανειακός, για τραύμα που επηρεάζει μόνο την επιφάνεια και γι’ αυτό δεν είναι σοβαρό
It’s only a superficial injury.
- Είναι μόνο ένα επιφανειακό τραύμα.
- (μειωτικό) ρηχός, επιφανειακός, που δεν είναι σοβαρός ή σημαντικός και δεν έχει βάθος στην κατανόηση ή στα συναισθήματα
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]superficial (es)
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]superficial (ro)