Μετάβαση στο περιεχόμενο

superposition

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
superposition < (λόγιο δάνειο) γαλλική superposition. Μορφολογικά αναλύεται σε super- + position.
 δείτε και τον ελληνικό όρο υπέρθεση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌs(j)uː.pə(ɹ).pəˈzɪʃ.ən/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

superposition (en)

  1. υπέρθεση, επαλληλία
  2. επικάλυψη

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
superposition superpositions

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
superposition < λατινική superpositio < superponere. Μορφολογικά αναλύεται σε super- + position.
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: αγγλικά: superposition
 δείτε και τους ελληνικούς όρους επαλληλία και υπέρθεση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sy.pɛʁ.pɔ.zi.sjɔ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

superposition (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]