Μετάβαση στο περιεχόμενο

supposedly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
supposedly < supposed + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

supposedly (en) (χωρίς παραθετικά)

  • τάχα, δήθεν
    παράδειγμα  He is supposedly an expert on the subject.
    Είναι τάχα ειδικός στο θέμα.
    παράδειγμα  And you supposedly didn’t know anything?
    Και τάχα δεν ήξερες τίποτα;
    παράδειγμα  It is supposedly a scientific theory.
    Πρόκειται για μια δήθεν επιστημονική θεωρία.
    παράδειγμα  They were asking for time off from work supposedly for family reasons.
    Ζητούσαν άδεια από της δουλειά δήθεν για λόγους οικογενειακούς.
    παράδειγμα  He supposedly didn’t want to.
    Εκείνος τάχα μου δήθεν δεν ήθελε.
    ≈ συνώνυμα: allegedly