supposedly
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]supposedly (en) (χωρίς παραθετικά)
- τάχα, δήθεν
He is supposedly an expert on the subject.
- Είναι τάχα ειδικός στο θέμα.
And you supposedly didn’t know anything?
- Και τάχα δεν ήξερες τίποτα;
It is supposedly a scientific theory.
- Πρόκειται για μια δήθεν επιστημονική θεωρία.
They were asking for time off from work supposedly for family reasons.
- Ζητούσαν άδεια από της δουλειά δήθεν για λόγους οικογενειακούς.
He supposedly didn’t want to.
- Εκείνος τάχα μου δήθεν δεν ήθελε.
- ≈ συνώνυμα: allegedly