Μετάβαση στο περιεχόμενο

surchargé

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
surchargé surchargés

surchargé (fr) αρσενικό