surfait

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

surfait < surfaire

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό surfait surfaits
θηλυκό surfaite surfaites

surfait (fr)

  1. (σχετικά με τη φήμη που έχει κάποιος, με την εικόνα που έχει αφήσει στους άλλους) υπερβολικός

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]