Μετάβαση στο περιεχόμενο

surprisingly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός surprisingly
συγκριτικός more surprisingly
υπερθετικός most surprisingly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
surprisingly < surprising + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

surprisingly (en)

  • εκπληκτικά, παράδοξα/παραδόξως, προς έκπληξή μου
    παράδειγμα  The growth rate is surprisingly on the rise after the previous economic crisis.
    Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι εκπληκτικά ανοδικός μετά την προηγούμενη οικονομική κρίση.
    παράδειγμα  No one expected it but, surprisingly, we succeeded.
    Δεν το περίμενε κανένας αλλά παράδοξα τα καταφέραμε.
    παράδειγμα  Surprisingly, I am in a good mood today.
    Παραδόξως, σήμερα έχω καλή διάθεση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη strangely