Μετάβαση στο περιεχόμενο

surveillant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
surveillant surveillants

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

surveillant (fr) αρσενικό