Μετάβαση στο περιεχόμενο

survey

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
survey surveys

survey (en)

  1. επισκόπηση, επιθεώρηση
  2. δημοσκόπηση. σφυγμομέτρηση
  3. τοπογράφηση, γεωδαισία
ενεστώτας survey
γ΄ ενικό ενεστώτα surveys
αόριστος surveyed
παθητική μετοχή surveyed
ενεργητική μετοχή surveying

survey (en)

  1. κάνω μια σειρά ερωτήσεων σε μια ομάδα ανθρώπων για να διερευνήσω τις απόψεις ή τη συμπεριφορά τους
    παράδειγμα  84% of the employers surveyed recognize the risks.
    Το 84% ερωτηθέντων εργοδοτών αναγνωρίζουν τους κινδύνους.